Pages

Sunday, August 29, 2010

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΕΘΑΝΕΣ!


Ήξερα μόνο ότι θα σε έπνιγα...
Δεν είχα βρει το πώς...
Έτσι δεν βασανίστηκα, βρήκα τον τρόπο τον πιο απλό...

Μάζεψα τις σκέψεις σου όλες,
Όχι τις εικόνες, αλλά τις φτιαχτές
Αυτές που μόνος μου έχτιζα περπατώντας μονάχος μου στο δρόμο, όλο αυτό τον καιρό...

Ήταν πολλές, χτίζω εύκολα, πιάνουν τα χέρια μου,
Αλλά κάθησα στον βράχο μέχρι να σιγουρευτώ ότι τις μάζεψα όλες..
Ψηνόμουν στον πυρετό εκείνα τα λεπτά αλλα τα κατάφερα..
Τώρα σε έιχα τσακώσει για τα καλά και σε κουβαλούσα..

Η μεγαλύτερη δυσκολία μου ήταν να βρώ τον κατάλληλο βράχο,
Και αυτό το βρήκα..
Πιο εύκολα απ’ότι νόμιζα..
Δεν ήταν ούτε ο πιο ψηλός, μήτε ο πιο χαμηλός,
Δεν έφτασες ποτέ σε κανένα από αυτά τα δύο άκρα...

Ήταν ψηλός αρκετά ώστε να νοιώσω το αίσθημα του υψομετρικού φόβου,
Και αρκετά χαμηλός ώστε να νοιώθω ασφαλής..
Η τέλεια ισορροποία!
Ακριβώς τα συναισθήματα που έννοιωθα και μαζί σου,
Μόνο ακόμα πιο ισορροπημένα,
Και εκεί ήταν που είχα πια νικήσει και όχι σε αυτό που θα ακολουθούσε...
Έπρεπε,όμως, να μείνω συγκεντρωμένος για την τελική φάση..
Η μία νίκη μετά την άλλη...
  Ένα τρένο σκέψεων άρχισε να περνάει από μπροστά μου...
«Μήπως να το αναβάλω; /Μήπως να σε αφήσω στα πίσω ράφια να σαπήσεις; / Μήπως να σε κλείσω σε μπουκάλι εκεί να γίνεις κρασσί;»
Αλλά δεν με τρόμαξε καθόλου, γιατί έχω μάθει κάθε πότε περνάει,
Είναι σαν ραντεβού κάθε φορά πριν από κάθε μου επίθεση...

Έτσι το χαιρέτησα, με χαιρέτησε και χάθηκε...
Έμεινα πάλι εγώ, ο βράχος μου και κάτω απλωνόταν το νερό σου..

Και πήρα τη θέση μου,
Άφησα να γλιστρίσω στα πλαϊνά του βράχου κι ύστερα με ένα μεγάλο σάλτο ΕΦΥΓΑ...
Ανακούφιση – πια δεν υπήρχε γυρισμός!
Έβγαλα μια πνιγμένη κραυγή – μισή μελαγχολία, μισή μην αφαιρεθώ και μου πέσεις στο δρόμο..

Αλλά σε κρατούσα γερά,
Μέσα στα χέρια μου, σφιχτά, σαν τότε που σε κράταγα μην φύγεις...
Η σύγκρουση με το νερό σφοδρή, πρώτα έσκασες εσύ, και δεν σιγουρεύτηκα ότι αυτό που συνέβενε ήταν αληθινό, παρά μόνο όταν τελευταία μπήκαν στο νερό και τα πόδια μου...
Χρησιμοποίησα το βάρος μου για να σε πάω στον πάτο, και εκεί σε άφησα...
Αποπειράθηκα να κλείσω τα μάτια μου, για να μην αποστηθήσω τον βυθό,
Σε περίπτωση που  μου έρθει να σε ξαναβρώ...
Δεν τα κατάφερα...

Αλλά βγήκα στην επιφάνεια ελαφρύτερος,
Είχες πνιγεί!
Ούτε ίχνος τύψεων...
Τι σκατά γράφουν τόσους αιώνες τα βιβλία...
Μήπως δεν υπήρξες ποτέ;
Αλλά κοίταξα κάτω και ήσουν εκεί, κοιτούσες προς τα πάνω αλλά όχι εμένα, κάπου αλλού,
Θα σου πάρει χρόνο να καταλάβεις τι έγινε...
ΔΕΝ πειράζει!...

Τώρα θα κάνω βόλτες με το ποδήλατο και δεν θα σε ψάχνω,
Κ αφού δεν θα σε ψάχνω... δεν θα σε βρίσκω...
Ούτε εκείνο το ηλίθιο προαίσθημα όταν έβγαινα από το σπίτι μου -  ότι θα σε δω..
Και σε έβλεπα γαμώ το θεό σου!
Αμ το άλλο;
Να σε αισθάνομαι στον χώρο και κάνοντας μια μικρή βόλτα να σε βρίσκω;
Πως το εξηγείς;
Τέρμα αυτά τώρα!

Η επόμενη συνάντηση θα είναι τυχαία – θα χαθείς μεσα στις τυχαιότητες...
Αυτή θα είναι και η εκδίκηση μου...
Έπνιξα και εσένα και τη μυρωδιά σου, οπότε δεν θα σε βρίσκω....

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΕΘΑΝΕΣ!

1 comment:

  1. "Ήταν ψηλός αρκετά ώστε να νοιώσω το αίσθημα του υψομετρικού φόβου,
    Και αρκετά χαμηλός ώστε να νοιώθω ασφαλής..
    Η τέλεια ισορροποία!
    Ακριβώς τα συναισθήματα που έννοιωθα και μαζί σου.."

    πολύ εμπνευσμένο, μου άρεσε :)

    ReplyDelete