Pages

Monday, December 6, 2010

Έτσι και σήμερα, ελαφρύτερος ξύπνησα...

Μ’αρέσει τόσο πολύ η διαδικασία του να εκφράζομαι, να ανοίγομαι να μαυρίζω την ψυχή μου βγάζοντας προς τα έξω όλα αυτά που κουβαλάω μέσα μου, να τσαλακώνομαι, να βγάζω το χώμα που νοιώθω να έχω μέσα μου και να θάβομαι σ αυτό...

μοιάζει σε κάποιον με αυτοκαταστροφική διαδικασία.. αλλά κάθε άλλο...

γιατί η εικόνα μπορεί να τσαλακώνεται αλλά το εσωτερικό παραμένει ατσαλάκωτο.. το πρόσωπο σκοτεινιάζει και τα χέρια παίρνουν φωτιά, αλλά είναι γιατί βγαίνει από την ψυχή κάτι βαρύ που το κρατάς έτοιμο να αποκολληθεί από πάνω σου...

οι τρόποι να γίνει αυτό άπειροι, θα το ρίξεις σε μια κόλλα χαρτί ή σε μια μελωδία, ή θα κάνεις μια βόλτα στον λυκαβυττό και θα το σκορπάς κόκκο – κόκκο.. εντός έδρας ώστε να γίνει πιο εύκολα, αλλά και λίγο-λίγο ώστε να τό χει πάρει όλο ο αέρας όταν θα ξαναγυρίσεις...

Όλα τα ζώα αλλάζουν κάτι και το ξεφορτώνονται για κάτι καινούριο, είτε αυτό είναι δέρμα, είτε είναι τρίχωμα, είτε αποκτούν τελείως διαφορετική μορφή και σώμα..Ο άνθρωπος όμως έχει μόνο το μυαλό του, και εκεί μέσα πρέπει να βρεί τι πρέπει να πετάξει, ώστε να πραγματοποιεί αυτή την αλλαγή...

και βγαίνει η μαυρίλα και σκάει στο πάτωμα.. την περνάς με τη σκούπα, κάτι μένει, κάτι ξεδιαλέγεις, κάτι κοσκινίζεις και τα υπόλοιπα φεύγουν τα χαράματα με το σκουπιδιάρικο...γι αυτό πάντα μένω ξύπνιος ως αργά, να βεβαιωθώ ότι κάποιος τα μάζεψε... και άμα μετανοιώσω δεν διστάζω να χωθώ στον κάδο να τα βρώ... και άμα πέσω σε απεργία των εργαζομένων του δήμου, δεν διστάζω να δώσω και δεύτερη ευκαιρία...έτσι κ αλλίως μπορώ να επαναλάβω την παραπάνω διαδικασία άπειρες φορές...

κ άμα δεν χρειαστεί γιατι θα έχω πετάξει τα πάντα, μένω γυμνός αλλά καθαρός κ ελαφρύτερος...ελαφρύτερος ώστε να μπορέσω την επόμενη φορά, όταν πρέπει, να κινηθώ γρηγορότερα... με την σιγουριά ότι στη ντουλάπα έχω ακόμα πολλά κοστούμια να φορέσω...

... πολλές μεταμφιέσεις που μου πήρε καιρό να ράβω και να τελειοποιώ, σιγά-σιγά, σημείο-σημείο...ώστε φορώντας τες να μπορώ να ξεχυθώ έξω να μαζέψω καινούρια αντικείμενα, τα πιο αγνά τα πιο όμορφα, τα πιο πρόστυχα, τα πιο ειλικρινή, τα πιο άσχημα και φοβιστικά για τους άλλους...να τα δίνω στην ψυχή μου να τρέφεται, να ηρεμεί και να μεγαλώνει σωστά...

...

Thursday, September 30, 2010

You can keep talking now!

Someone's been spittin' gums on my shoe th' whole fuckin night, that's why every once n a while,my eye looks like it's been kept wit a matchstick a whole wide open..
But i surely ain't moved a finger all evenin. did i?
Someone should be talkin pretty bad recent tales about me, maybe.i carry lots in my back lately - previous journeys've kept my pretty buzy- but these ones are PURE-hear?PURE!!Divin into bed again.night

Sunday, September 5, 2010

Αφιερωμένο εξαιρετικά, στην παλιά μου γειτονιά.....(Reposted)





 by Κωστής Λιερός on Saturday, 20 March 2010 at 22:40

Χθές το βράδυ ήσουν κάυλα....
Έπινες μεθούσες ζούσες, ζούσες κ εμένα, όλος ο κόσμος στα πόδια σου...
Μετά πήγες σπίτι, έπεσες κοιμήθηκες και πέρασαν 7 χρόνια...

Αυτα τα χρόνια που κοιμόσουν για μένα, έφαγες, συμβιβάστηκες, παράτησες την προσπάθεια και το σώμα σου, έμαθες και που θα σε χώσει ο μπαμπάς μετά τη σχολή... Βρήκες κ ένα δυο ταίρια, κ είσαι έτοιμος να ζήσεις το νεοελληνικό όνειρο.... μπορεί το σενταν με το σκυλάκι να είναι μακρια αλλα κ ένα μικρο αμαξάκι την κάνει την δουλειά του ε?...Φτάνει για να πάιρνεις τη γκόμενα απο τη δουλειά...

Σήμερα το πρωί ξύπνησες 23, κοιτάχτηκες στον καθρεύτη και ήσουν σαν γριά....

Κοίτα τον καθρεύτη και δες αν πηγαίνεις μόνο προς μια κατεύθυνση - ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ...
Κοίτα και απάντα στον εαυτό σου, πως από παράδειγμα για μένα θα γίνεις " ΈΝΑΣ άνθρωπος" - απαρατήρητος...

Ξέρεις, απ αυτούς που βλέπαμε στο λεωφορείο και σιχαινόμασταν...
Ξέρεις, απ αυτούς που πέφταμε στις πισίνες τους...
Ξέρεις, απ αυτούς που τους κλεβαμε τις βαλβίδες από τα αυτοκίνητα τους και τις βάζαμε στα ποδήλατα μας....
Ξέρεις, απ αυτούς που τους πετάγαμε νερόμπαλες απο τα μπαλκόνια....
Ξέρεις απ αυτούς που ξυπνούσαμε το Σαββατο το βράδυ με τα γέλια μας επειδή πίναμε στην πλατεία....
Και μας φώναζαν, και μας καλούσαν τα βλαχάκια που έιχαν μπει με μέσο για μπάτσοι στη γειτονιά...

Τώρα σε ξυπνάει η "νέα" γενιά και τους κάνεις τα ίδια γιατί "εμεις ξέραμε τοτε, ενώ αυτά τώρα το κάνουν για την πόζα"...
Μην τους φωνάζεις... Κάποιοι απ αυτούς θα γίνουν οι νέοι σου "Συντρόφοι"...

Το "βλάκα μικροαστέ" που κοροιδεύμε ο ένας τον άλλον, ίσως την επόμενη φορά να μην το πω για πλάκα...

Άστα αυτά τώρα, άσε τον καθρέφτη.. πήγαινε ρίξε κάνα νερό στη μούρη...
Παλιά ξυπνάγαμε 7.30! Και 3 τεταρτα μετα είμασταν τσίτα και βγάζαμε το λάδι των καθηγητών...
Τώρα θες 3 καφέδες να ξυπνήσεις να πας μέχρι το σαλόνι.....

Μου δημιουργεί ένα κόμπο όλο αυτό αλλά δεν ξέρω αν λυπάμαι......
Μάλλον θυμώνω μαζί σου... να σε βλέπω να ξεπέφτεις, κ ακόμα να έχεις άλλη εντύπωση...
Θυμώνω και που δεν είναι στο χέρι μου...
Μα πιο πολύ γιατί μου απομυθοποιείς τα ... "καλύτερα μας χρόνια"...

Τα καλύτερα έρχονται... για μένα τουλάχιστον, και δυστυχώς χωρίς εσένα...
Κρίμα που δεν προλαβαίνεις το λεωφορείο...
Αλλά για να πω την αλήθεια, δεν σε κάλεσα κιόλας...
Και νομίζω δεν θα μου λείψεις.... ( α να, γι ΑΥΤΟ λυπάμαι)

[Αφιερωμένο_εξαιρετικά_στην_παλιά_μου_γειτονιά......]

Sunday, August 29, 2010

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΕΘΑΝΕΣ!


Ήξερα μόνο ότι θα σε έπνιγα...
Δεν είχα βρει το πώς...
Έτσι δεν βασανίστηκα, βρήκα τον τρόπο τον πιο απλό...

Μάζεψα τις σκέψεις σου όλες,
Όχι τις εικόνες, αλλά τις φτιαχτές
Αυτές που μόνος μου έχτιζα περπατώντας μονάχος μου στο δρόμο, όλο αυτό τον καιρό...

Ήταν πολλές, χτίζω εύκολα, πιάνουν τα χέρια μου,
Αλλά κάθησα στον βράχο μέχρι να σιγουρευτώ ότι τις μάζεψα όλες..
Ψηνόμουν στον πυρετό εκείνα τα λεπτά αλλα τα κατάφερα..
Τώρα σε έιχα τσακώσει για τα καλά και σε κουβαλούσα..

Η μεγαλύτερη δυσκολία μου ήταν να βρώ τον κατάλληλο βράχο,
Και αυτό το βρήκα..
Πιο εύκολα απ’ότι νόμιζα..
Δεν ήταν ούτε ο πιο ψηλός, μήτε ο πιο χαμηλός,
Δεν έφτασες ποτέ σε κανένα από αυτά τα δύο άκρα...

Ήταν ψηλός αρκετά ώστε να νοιώσω το αίσθημα του υψομετρικού φόβου,
Και αρκετά χαμηλός ώστε να νοιώθω ασφαλής..
Η τέλεια ισορροποία!
Ακριβώς τα συναισθήματα που έννοιωθα και μαζί σου,
Μόνο ακόμα πιο ισορροπημένα,
Και εκεί ήταν που είχα πια νικήσει και όχι σε αυτό που θα ακολουθούσε...
Έπρεπε,όμως, να μείνω συγκεντρωμένος για την τελική φάση..
Η μία νίκη μετά την άλλη...
  Ένα τρένο σκέψεων άρχισε να περνάει από μπροστά μου...
«Μήπως να το αναβάλω; /Μήπως να σε αφήσω στα πίσω ράφια να σαπήσεις; / Μήπως να σε κλείσω σε μπουκάλι εκεί να γίνεις κρασσί;»
Αλλά δεν με τρόμαξε καθόλου, γιατί έχω μάθει κάθε πότε περνάει,
Είναι σαν ραντεβού κάθε φορά πριν από κάθε μου επίθεση...

Έτσι το χαιρέτησα, με χαιρέτησε και χάθηκε...
Έμεινα πάλι εγώ, ο βράχος μου και κάτω απλωνόταν το νερό σου..

Και πήρα τη θέση μου,
Άφησα να γλιστρίσω στα πλαϊνά του βράχου κι ύστερα με ένα μεγάλο σάλτο ΕΦΥΓΑ...
Ανακούφιση – πια δεν υπήρχε γυρισμός!
Έβγαλα μια πνιγμένη κραυγή – μισή μελαγχολία, μισή μην αφαιρεθώ και μου πέσεις στο δρόμο..

Αλλά σε κρατούσα γερά,
Μέσα στα χέρια μου, σφιχτά, σαν τότε που σε κράταγα μην φύγεις...
Η σύγκρουση με το νερό σφοδρή, πρώτα έσκασες εσύ, και δεν σιγουρεύτηκα ότι αυτό που συνέβενε ήταν αληθινό, παρά μόνο όταν τελευταία μπήκαν στο νερό και τα πόδια μου...
Χρησιμοποίησα το βάρος μου για να σε πάω στον πάτο, και εκεί σε άφησα...
Αποπειράθηκα να κλείσω τα μάτια μου, για να μην αποστηθήσω τον βυθό,
Σε περίπτωση που  μου έρθει να σε ξαναβρώ...
Δεν τα κατάφερα...

Αλλά βγήκα στην επιφάνεια ελαφρύτερος,
Είχες πνιγεί!
Ούτε ίχνος τύψεων...
Τι σκατά γράφουν τόσους αιώνες τα βιβλία...
Μήπως δεν υπήρξες ποτέ;
Αλλά κοίταξα κάτω και ήσουν εκεί, κοιτούσες προς τα πάνω αλλά όχι εμένα, κάπου αλλού,
Θα σου πάρει χρόνο να καταλάβεις τι έγινε...
ΔΕΝ πειράζει!...

Τώρα θα κάνω βόλτες με το ποδήλατο και δεν θα σε ψάχνω,
Κ αφού δεν θα σε ψάχνω... δεν θα σε βρίσκω...
Ούτε εκείνο το ηλίθιο προαίσθημα όταν έβγαινα από το σπίτι μου -  ότι θα σε δω..
Και σε έβλεπα γαμώ το θεό σου!
Αμ το άλλο;
Να σε αισθάνομαι στον χώρο και κάνοντας μια μικρή βόλτα να σε βρίσκω;
Πως το εξηγείς;
Τέρμα αυτά τώρα!

Η επόμενη συνάντηση θα είναι τυχαία – θα χαθείς μεσα στις τυχαιότητες...
Αυτή θα είναι και η εκδίκηση μου...
Έπνιξα και εσένα και τη μυρωδιά σου, οπότε δεν θα σε βρίσκω....

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΕΘΑΝΕΣ!

Ένας εισβολέας/Ένα μυρμήγκι/Παλιά γειτονιά/Δολοφόνοι! ( απόσπασμα)

[...]


Περιπλανώμενος ανάμεσα στα δέντρα, έχοντας αυτή την μποέμικη αίσθηση που δημιουργείται από την απούσια γνώσης των ορίων του χώρου που κινείσαι, έφτασα σε ένα σημείο όπου το έδαφος σταδιακά αρχίζει να παίρνει κλίση και μετά να μήν μπορείς να περπατήσεις άλλο.. Τι ώραίο μέρος να κάτσω σκέφτηκα, εδώ θα κάτσω να δώ τις φωτογραφίες που τράβηξα σε μια αποτυχημένη- οπώς όλα δείχνουν- προσπάθεια να βρώ θέμα για την εργασία και ίσως γράψω και τίποτα...


Ούτε καν θα ήμουν μόνος μου όμως, αυτός ο άντρας είχε φυτρώσει στο τέλειο σκηνικό που είχα μετά από τόση ψευτοεξερεύνηση ανακαλύψει.. Όντως είχε φυτρώσει όμως - τα μαλλιά του είχαν το ίδιο χρώμα με τον βράχο στον οποίο καθόταν και η εναρμόνηση της παλαιότητας του προσώπου του με την παλαιότητα του χώρου δεν τον βοηθούσε να κρύψει κάποια έστω από τα χρόνια του μέσα στα καθαρά κουλτουρομοντέρνα ρούχα του. Δίαβαζε πριν τον διακόψω ένα μεγάλο χοντρό βιβλίο με αρκετές εικόνες και λίγα γράμματα...


Το πρώτο βλέμμα και η πρώτη αντίδραση: Ενόχληση!... Δεν ήμουν ο μόνος που ενοχλήθηκε από την παρουσία άλλου στην ανακάληψη μου... Το βλεμμα του όμως δεν γύρισε απαξιωτικά απ’ την άλλη... Κόλλησε εκεί, πάνω μου... Ααα να τι ήταν το βιβλίο σου με τις εικόνες λοιπόν....Η ηλικία σου δεν σου επιτρέπει να έχεις ένα πραγματικό σώμα σε «παραπάνω από την επιτρεπόμενη απόσταση» ε?... Το ριξες στα βιβλία δόλιε... Ο μεγαλύτερος μου φόβος προσωποποιημένος... Όκει «θείε», κατάλαβα, χάρηκες που με είδες, σείρε πάλι τα μάτια σου στο βιβλίο, δεν είναι η τυχερή σου μέρα...


Λίγο πιο κει βρήκα κάπου να κάτσω να ξεκουραστώ από τις 5 ωρες συνεχόμενου περίπατου...


Πρέπει να έιχα χρόνια να δω μυρμήγκια στην Αθήνα.. Πόσο μάλλον να με περπατάνε... Ίσως είχα να δω – και να τα θυμάμαι- από τότε που έπαιζα ακόμα με τα μάρμαρα, απέναντι από το πατρικό μου, στο «Γαλάζιο κτήριο» - έτσι τα λέγαμε. Καθένα από τα κτήρια που, σαν παιδι μου κρύψαν τον ουρανό. Ήμουν τόσο μικρος ώστε με δυσκολία θυμάμαι πράγματα, όταν χτίστηκαν τα πρώτα – Το «Κόκκινο» και το «Γαλάζιο» κτήριο... Θυμάμαι την ενόχληση μου όμως όταν έβλεπα τις φωτογραφίες με το πως ήταν πριν ο χώρος... Λιγα χρόνια μετα έγινε και το «Λευκό»- αυτό που με ενόχλησε και περισσότερο...Το παιδικό μου ένστικτο είχε λειτουργήσει ακόμα και όταν απλά είχε έρθει εκείνος ο καραφλός με τον γκασμά και ξύλωνε τις τσιμεντένιες βάσεις που στηρίζονταν τα πεσμένα από μάς συρματοπλέγματα... Είτε λόγο του ενστίκτου είτε επειδή ήταν αγαπημένο μου σπόρ σαν παιδί τον έβρισα τοτε... Ύστερα ήρθε και το «Ροζ» από την άλλη... Είχα παραδώσει τα όπλα, και τις προσπάθειες να πείσω τους συγγενείς να βρούν ένα τρόπο να μην γίνουν άλλα. Τι δεν θα έδινα να έκανα κάτι ακόμα και τώρα να πέσουν... Να πάρω εκδίκηση..Ακόμα και τώρα....


Κάπως έτσι για μένα η παλιά μου γειτονιά είχε πεθάνει.. Πριν προλάβω να φτάσω στην εφηβεία, είχαν ήδη χτίσει πάνω στα παιδικά μου χρόνια... Αισθανόμουν/μαι γι αυτή σαν την γυναίκα που δεν κοιτάει το σώμα της ή τα γεννητικά της όργανα, παρά μόνο για να το λυπηθεί, επειδή μόλις τη βιάσανε... Από τότε η σχέση μου με αυτή τη γειτονία ειναι ένα συνεχόμενο "φευγω"...


Από το μυρμήγκι μέχρι τα μπετα που έβλεπα να εχουν καβαλήσει το έδαφος της Αθήνας ξεπηδούσαν μία γλυκές αναμνήσεις μία απεχθή συναισθήματα... Πόσες γειτονιές έχουν καταστραφεί έτσι? ΕΝΑ ΜΠΕΤΌ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΧΤΙΣΜΕΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ Σ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ... Η πόλη κρατάει καλά πεθαμένα στα θεμέλια της τα παιδικάτα και τις αφέτηρίες των ανθρώπων της... Τα συναισθήματα είναι κρυμμένα εκει κάτω γι αυτό δεν υπάρχουν στην επιφάνεια της... Γι αυτό γίναμε έτσι.. Έχουμε μπεί με τον Μιτο της Αριάδνης στον Λαβύρινθο, αλλά κόψαν το κλαδί που τον δέσαμε πριν μπούμε... ΑΥΤΟΙ που κάναν έτσι την Αθήνα είναι οι πραγματικοί ηθικοί αυτουργοί ΈΝΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑΝ για την έλλειψη συνείδησης που φέρνει όλα αυτά τα εγκλήματα παντώς τύπου που λαμβάνουν χώρα στην πολύ-θα-το-θέλαμε πόλη ΜΑΣ...Αυτοί, πρώτα αυτοί........




...ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ!!!